Τι είναι η κατάθλιψη;

*το κείμενο αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση του άρθρου “Understanding Depression -- the Basics"

Απόδοση: Ειρήνη Ευταξία, φοιτήτρια Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας

 

Σχεδόν όλοι μας νιώθουμε “πεσμένοι” κάποιες φορές εξαιτίας ενός δυσάρεστου ή δύσκολου γεγονότος στις ζωές μας. Αλλά η συνεχής θλίψη ή απελπισία μπορεί να οφείλεται στην κατάθλιψη, μια σοβαρή κατάσταση η οποία χρήζει θεραπείας. Το να συζητήσεις με τον γιατρό σου μπορεί να είναι ένα καλό πρώτο βήμα. Ο γιατρός σου μπορεί να σε εξετάσει για κατάθλιψη και να σε βοηθήσει να αντιμετωπίσεις τα συμπτώματα.

 

Η κατάθλιψη πλήττει το 20% των γυναικών, το 10% των αντρών και το 5% ή και περισσότερο των εφήβων παγκοσμίως. Έχει ταξινομηθεί ως η τέταρτη πιο σοβαρή αιτία ασθένειας παγκοσμίως όπως αποδεικνύεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και είναι το δεύτερο πιο συχνό ψυχιατρικό πρόβλημα στις Η.Π.Α.(μετά τις αγχώδεις διαταραχές), πλήττοντας γύρω στους 17.6 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο με κόστος που ανέρχεται στα 50 δισεκατομμυρία ανά χρόνο.

 

Η κατάθλιψη μπορεί να πλήξει οποιαδήποτε ηλικία, συμπεριλαμβανομένης και της παιδικής ηλικίας. Μελέτες στις Η.Π.Α. δείχνουν ότι το 2008, το 7.4% - 8.7% των ενηλίκων(18-49 ετών) και το 8.3% των εφήβων (12-17ετών) εμφάνισε μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο μέσα στον προηγούμενο χρόνο. Παρόλα αυτά, το πρώτο καταθλιπτικό επεισόδιο των περισσότερων ανθρώπων εμφανίζεται στις πρώτες 3 δεκαετίες της ζωής τους, με την κατάθλιψη όμως να παραμένει ιδιαίτερα διαδεδομένη στους ενηλίκους μεγαλύτερης ηλικίας. Η κατάθλιψη δεν είναι μια απλή φυσιολογική αντίδραση στις προκλήσεις που συνεπάγεται το να μεγαλώνει κανείς, όπως ένας συζυγικός θάνατος και oι φυσικοί περιορισμοί της ηλικίας, αλλά είναι ιατρική πάθηση χωρίς κάποια γνωστή αιτία.

 

Επιπλέον, περίπου το 15% των γυναικών βιώνουν επιλόχεια κατάθλιψη μετά τον τοκετό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν από εβδομάδες μέχρι χρόνια. Με επαγγελματική βοήθεια όμως, σχεδόν όλες οι γυναίκες που βιώνουν επιλόχεια κατάθλιψη μπορούν να ξεπεράσουν τα συμπτώματά τους.

 

Ποιες είναι οι διάφορες μορφές της κατάθλιψης;

 

Καταθλιπτική αντίδραση: Μια λιγότερο σοβαρή και συνήθως προσωρινή κατάθλιψη που προκαλείται από μια συγκεκριμένη συνθήκη. Στη σύγχρονη διαγνωστική ορολογία, μια καταθλιπτική αντίδραση σε έναν συγκεκριμένο στρεσογόνο παράγοντα τεχνικά ονομάζεται «σύνδρομο απόκρισης στο στρες» (παλαιότερα γνωστό ως μια “διαταραχή προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση”). Τα συμπτώματα μπορεί να είναι σοβαρά, αλλά εάν δεν περιλαμβάνουν πρόσθετα συμπτώματα όπως αλλαγές στον ύπνο και στην όρεξη ή σκέψεις αυτοκτονίας, δεν χρειάζονται φαρμακευτική θεραπεία και με τον καιρό θα υποχωρήσουν- σε περίπου 2 εβδομάδες έως 6 μήνες. Η ψυχοθεραπεία μερικές φορές συνίσταται εάν τα συμπτώματα αρχίζουν να παρεμποδίζουν τις φυσιολογικές καθημερινές λειτουργίες.

 

Μείζων κατάθλιψη: Μια σοβαρή κατάσταση που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της λειτουργικότητας ή σε αυτοκτονία. Αυτοί που υποφέρουν από κατάθλιψη όχι μόνο έχουν καταθλιπτική διάθεση, αλλά επίσης δείχνουν δυσκολία στο να εκτελέσουν καθημερινά καθήκοντα, χάνουν το ενδιαφέρον τους για τις συνηθισμένες δραστηριότητές τους, κουράζονται υπερβολικά, έχουν προβλήματα με τον ύπνο τους, ή αισθήματα ενοχής και ανημπόριας. Μπορούν επίσης κάποιες φορές να χάσουν επαφή με τη πραγματικότητα, να έχουν παραισθήσεις (όπως να πιστεύουν ότι έχουν κάνει κάποια αμαρτία, ή ότι πεθαίνουν) ή ψευδαισθήσεις (όπως ότι ακούνε μια φανταστική φωνή που τους λέει ότι δεν είναι τόσο καλοί). Μπορεί να είναι μια κυκλική ασθένεια, έτσι αν και οι περισσότεροι ασθενείς ανακάμπτουν από το πρώτο τους καταθλιπτικό επεισόδιο, ο δείκτης επανεμφάνισης είναι υψηλός με τα ποσοστά να αγγίζουν το 60% μέσα σε δυο χρόνια και το 75% μέσα σε 10 χρόνια. Μετά από 15 χρόνια, το 90% των ατόμων θα έχουν έχουν έρθει αντιμέτωποι μια επανεμφάνιση ή μια υποτροπή της κατάθλιψης.

 

Η μείζων κατάθλιψη, η οποία επηρεάζει περισσότερο από 16 % των ενηλίκων με τη πάροδο του χρόνου, συχνά εμφανίζεται ξαφνικά και είναι φαινομενικά αναίτια, ή μπορεί να ξεκινήσει ως μια καταθλιπτική αντίδραση μετά από μια απώλεια, ένα τραύμα η κάποιο άλλο σημαντικό στρεσογόνο γεγονός. Σε ανθρώπους που βιολογικά έχουν τη προδιάθεση να αναπτύξουν μια καταθλιπτική ασθένεια, η αρχική καταθλιπτική αντίδραση μπορεί να ενταθεί και να εξελιχθεί σε ένα κλινικά πλήρες καταθλιπτικό επεισόδιο. Το καταθλιπτικό επεισόδιο μπορεί επίσης να εξαφανιστεί αυτόματα, συνήθως μέσα σε έξι με δώδεκα μήνες, παρόλο που συχνά σημαντικό ρόλο παίζει η φαρμακευτική αγωγή όπως επίσης και άλλες μορφές θεραπείας για να επιτύχουμε πλήρη έλεγχο των συμπτωμάτων. Εξαιτίας των δυσλειτουργικών συμπτωμάτων και της πιθανότητας για αυτοκτονία, η μείζων κατάθλιψη συχνά απαιτεί φαρμακευτική θεραπεία.

 

Δυσθυμία: Μια χαμηλού βαθμού μακροχρόνια κατάθλιψη, η οποία διαρκεί για περισσότερο από έναν χρόνο για τα παιδιά και τους εφήβους και τουλάχιστον δύο χρόνια για τους ενήλικες. Η δυσθυμία περιλαμβάνει λιγότερα συμπτώματα από αυτά που εμφανίζονται σε ένα σοβαρό καταθλιπτικό επεισόδιο, αλλά είναι επίμονη και μακροχρόνια και συχνά μπορεί να προκαλέσει τόση δυσλειτουργία, όπως η μείζων κατάθλιψη. Κατά τη διάρκεια της ζωής, πάνω από το 11% των νέων (13-18ετών) υποφέρουν από δυσθυμία, σύμφωνα με το Εθνικό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγείας. Στη σύγχρονη διαγνωστική ορολογία, η δυσθυμία μαζί με την χρόνια μείζονα κατάθλιψη συμπεριλαμβάνονται στην κατηγορία των «επίμονων καταθλιπτικών διαταραχών.»

 

Τι προκαλεί την κατάθλιψη;

 

Κανείς δεν ξέρει ακριβώς τι προκαλεί την κατάθλιψη, παρόλο που φαίνεται να είναι μια ασθένεια που προκύπτει από την αλληλεπίδραση πολλών βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Οι καταθλιπτικές αντιδράσεις, οι οποίες μπορεί να περιλαμβάνουν κακή διάθεση αλλά όχι τα σωματικά σημάδια και συμπτώματα ενός σοβαρού καταθλιπτικού επεισοδίου, προκύπτουν ως αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου γεγονότος. Οι καταθλιπτικές διαθέσεις μπορούν επίσης να είναι μια δευτερεύουσα επίδραση της φαρμακευτικής αγωγής, των ορμονικών αλλαγών (όπως πριν την έμμηνο ρύση ή μετά την γέννα), ή μιας σωματικής ασθένειας, όπως μιας γρίπης ή μιας ιογενούς λοίμωξης. Η κλινική κατάθλιψη περιλαμβάνει ένα σύνδρομο από πολλά σωματικά και συναισθηματικά συμπτώματα, αλλά και συμπεριφορές, που μπορούν να εμφανιστούν χωρίς κάποιον προφανή λόγο σε ανθρώπους που είναι βιολογικά ευάλωτοι στη διαταραχή.

 

Παρόλο που οι ακριβείς αιτίες της μείζονος κατάθλιψης και της δυσθυμίας δεν είναι γνωστές, οι ερευνητές πιστεύουν τώρα ότι και οι δύο αυτοί τύποι κατάθλιψης προκαλούνται από μια δυσλειτουργία των εγκεφαλικών κυκλωμάτων, τα οποία ελέγχουν τη διάθεση, τη σκέψη και την συμπεριφορά. Οι χημικές ουσίες του εγκεφάλου που ονομάζονται νευροδιαβιβαστές (όπως η σεροτονίνη, η νορεπινεφρίνη και η ντοπαμίνη) είναι σημαντικές για τις υγιείς συνδέσεις των νευρικών κυττάρων. Τα φάρμακα τα οποία μπορούν να ρυθμίσουν τα επίπεδα και τη λειτουργία αυτών των ουσιών, μπορούν να βοηθήσουν να βελτιωθεί η αποδοτικότητα της λειτουγίας αυτών των εγκεφαλικών κυκλωμάτων.

 

Οι δυσλειτουργίες του εγκεφάλου που σχετίζονται με την κατάθλιψη μπορεί να έχουν μια γενετική βάση, παρόλο που η γενετική από μόνη της δεν εξηγεί πλήρως τον κίνδυνο ή την εμφάνιση της κλινικής κατάθλιψης. Σε μια μελέτη, το 27% των καταθλιπτικών παιδιών είχαν στενούς συγγενείς, που υπέφεραν από διαταραχές της διάθεσης.

 

Ποιοι είναι οι παράγοντες επικινδυνότητας για την κατάθλιψη;

 

Πολλοί παράγοντες ή ο συνδυασμός παραγόντων μπορεί να σχετίζονται με την πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης, ή μπορεί να επηρεάζουν τη θεραπεία της. Μερικοί τέτοιοι παράγοντες είναι οι εξής:

 

  • Κακοποίηση: Προηγούμενη σωματική, σεξουαλική η συναισθηματική κακοποίηση έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση κατάθλιψης αργότερα στη ζωή ανθρώπων που μπορεί να είχαν βιολογικά προδιάθεση για κατάθλιψη.
  • Συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές: Για παράδειγμα, κάποια φάρμακα που χρησιμοποιούνταν για να θεραπεύσουν την υψηλή πίεση του αίματος ή παθήσεις του ήπατος, μπορεί να αυξήσουν το κίνδυνο για κατάθλιψη.
  • Σύγκρουση: Η κατάθλιψη μπορεί μερικές φορές να προκληθεί από προσωπικές συγκρούσεις ή διενέξεις με μέλη της οικογένειας ή φίλους.
  • Θάνατος ή απώλεια: Η στεναχώρια ή το πένθος από έναν θάνατο ή μια απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου, αν και φυσικό, μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για κατάθλιψη σε ανθρώπους που βιολογικά έχουν προδιάθεση να την αναπτύξουν.
  • Γενετική: Ένα οικογενειακό ιστορικό κατάθλιψης μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο κατάθλιψης. Θεωρείται ότι μερικές φορές η κατάθλιψη περνά γενετικά από τη μια γενιά στην επόμενη, όπως και άλλες σύνθετες ασθένειες, που μπορούν να επηρεάσουν μια οικογένεια, όπως ο διαβήτης, οι καρδιακές ασθένειες και ο καρκίνος. Παρόλα αυτά δεν είναι γνωρστός ο ακριβής τρόπος που συμβαίνει αυτό. Η γενετική από μόνη της δεν εξηγεί πλήρως την περίπτωση της κατάθλιψης.
  • Σοβαρά περιστατικά: Ακόμα και θετικά γεγονότα όπως ένα νέο επαγγελματικό ξεκίνημα, μια αποφοίτηση ή ο γάμος, μπορεί να οδηγήσουν σε κατάθλιψη. Το ίδιο μπορεί να προκαλέσει μια μετακόμιση, η απώλεια της εργασίας ή του εισοδήματος, ένα διαζύγιο ή η συνταξιοδότηση.
  • Άλλα προσωπικά προβλήματα: Προβλήματα όπως η κοινωνική απομόνωση εξαιτίας άλλων ψυχικών ασθενειών ή το να διωχθεί κάποιος από την οικογένειά του ή από μια κοινωνική ομάδα μπορεί να οδηγήσουν σε κατάθλιψη.
  • Σοβαρές ασθένειες: Πολλές φορές η κατάθλιψη συνυπάρχει με μια σοβαρή αρρώστια ή μπορεί να προκληθεί από μια αντίδραση στην αρρώστια.
  • Κατάχρηση ουσιών: Περίπου το 30% των ανθρώπων που έχουν προβλήματα κατάχρησης ουσιών έχουν επίσης μείζονα ή κλινική κατάθλιψη.

 

Δείτε ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά και την βιβλιογραφία του εδώ.