Από το «Τραύμα της Γέννησης» στην Αναπαράσταση και τη Συγκρότηση του Εαυτού

της Κάτιας Λαζάρουν, Συμβούλου Ψυχικής Υγείας (PgD), Προσωποκεντρικής Ψυχοθεραπεύτριας

 

Η γέννηση συνιστά, κατά τον Otto Rank (1924) το πρώτο μεγάλο «τραύμα». Το βρέφος έρχεται στη ζωή υπό εξαιρετικά αντίξοες και «τραυματικές» συνθήκες. Εγκαταλείποντας την ασφάλεια και τη θαλπωρή του ενδομήτριου «παραδείσου» έρχεται αντιμέτωπο με το αίσθημα της πείνας, του κρύου, του κενού και έχει την αίσθηση του αφανισμού. Είναι λοιπόν απολύτως εξαρτημένο και βυθισμένο σε έντονες διεγέρσεις που αδυνατεί να διαχειριστεί. Έχει την ελπίδα κ προσμονή ότι κάποιος θα ικανοποιήσει τις ανάγκες του. Αυτή την έντονη δυσφορία, αγωνία και οργή καλείται, από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ζωής του, να εμπεριέξει η μητέρα με το άγγιγμα και την αγκαλιά, ώστε τα ερεθίσματα που δέχεται το νεογέννητο να μην είναι κατακλυσμιαία και διαλυτικά.

 

 

"Αν θελήσουμε να φανταστούμε τον κόσμο του βρέφους ή να τον αναπαραστήσουμε θα βρούμε κάτι ανάλογο μόνο στον κόσμο του ονείρου. Αμυδρές εικόνες αιωρούνται εμπρός μας, μετά υποχωρούν και χάνονται στην ανυπαρξία" λέει η Selma Fraiberg. Τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του το βρέφος βιώνει μια κατάσταση κατά την οποία δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τον εαυτό του από το περιβάλλον. Μέσα από την επαφή με το σώμα και το βλέμμα της μητέρας αρχίζει σταδιακά να αναγνωρίζει τα όρια του σώματός του και να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ξεχωριστή οντότητα. Το δέρμα δηλαδή συνιστά με έναν τρόπο το όριο του σώματος, το σύνορο ανάμεσα στο έξω και το μέσα του ατόμου.

 

Κατά το 1ο  έτος της ζωής  χτίζεται ο «πρώιμος ναρκισσισμός» του βρέφους, μπαίνουν οι βάσεις της ταυτότητας.  Η ταυτότητα του υποκειμένου (βρέφος) δομείται σταδιακά μέσα από τη σχέση με το αντικείμενο (τη μητέρα). Χαρακτηριστικές είναι οι θέσεις του Winnicott ως προς αυτό: «Ένα βρέφος δεν υπάρχει από μόνο του, είναι ουσιαστικά μέρος μας σχέσης» και "Όταν το μωρό κοιτάζει το πρόσωπο της μητέρας βλέπει τον εαυτό του" .

 

Ο Winnicott (1960) είναι εκείνος που εισήγαγε και την έννοια της Πρωταρχικής Μητρικής Λειτουργίας που έχει 3 βασικές συνιστώσες:

1.Holding : Ποιότητα σωματικής φροντίδας, τρόπος που η μητέρα «κρατά» σωματικά και ψυχικά το βρέφος.

 

Η «αρκετά καλή» (good enough mother) –και όχι «τέλεια»- μαμά, «ταυτίζεται» με το μωρό και ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του.   Είναι η μαμά που ευχαριστεί, νοηματοδοτεί και δανείζει αναπαραστάσεις στο παιδί. Αυτό προοδευτικά δημιουργεί στο παιδί ένα αίσθημα ασφάλειας και εμπιστοσύνης προς τον κόσμο.

 

Αυτού του είδους το κράτημα δίνει στο  μωρό την  αίσθηση της συγκρότησης σε «πρόσωπο». Το βρέφος αρχίζει να ξεχωρίζει το εξωτερικό («μη-εγώ») από το εσωτερικό («εγώ») και το δέρμα του έχει τη θέση περιοριστικής μεμβράνης ανάμεσα στα δύο (Winnicott, 1960). Σταδιακά λοιπόν περνάει από τη συγχώνευση με τη μητέρα στο διαχωρισμό από αυτήν και αρχίζει να αναπτύσσει την ικανότητα δημιουργίας σχέσεων με το αντικείμενο (αρχικά με τη μητέρα και στη συνέχεια με άλλους ανθρώπους του περιβάλλοντός του – πατέρα κτλ). 

 

2.Handling : Τρόπος χειρισμού του βρέφους. Ρυθμός, αρμονία κινήσεων, ανταπόκριση της μητέρας στις ανάγκες του βρέφους, καθρέφτης συναισθηματικής συμφωνίας.

 

3.Object Presenting : Διαδικασία κατά την οποία η μητέρα παρουσιάζει άλλα πρόσωπα στο βρέφος, η στιγμή που έχει πρόσβαση στην τριαδικότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο τρόπος που η μητέρα «παρουσιάζει» στο βρέφος τον πατέρα, η (ουσιαστική) παρουσία του οποίου είναι εξ αρχής καταλυτική. Αρχικά είναι ο "προστάτης" και "φροντιστής" της μητέρας, στηρίζοντας την στο ρόλο της. Σύντομα όμως, καθώς το βρέφος μεγαλώνει, ο ρόλος του διαφοροποιείται. Γίνεται ο «ενδιάμεσος χώρος», το τρίτο πρόσωπο που παρεμβάλλεται στις συγχωνευτικές τάσεις του βρέφους με τη μητέρα, συμβάλλοντας έτσι στη διαφοροποίηση των δυο. Η διαδικασία αυτή είναι αναγκαία προκειμένου το βρέφος να αντιληφθεί τον εαυτό του ως οντότητα ξεχωριστή από τη μητέρα και όχι ως προέκταση αυτής. Ιδιαίτερα κρίσιμος είναι ο τρόπος με τον οποίο η ίδια η μητέρα θα "παρουσιάσει" στο βρέφος τον πατέρα, επιτρέποντάς του να υπάρξει ανάμεσά τους και να συμβάλει στην ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού.

 

Το βρέφος από την πλευρά του, διαχειρίζεται τις διεγέρσεις μέσω των αναπαραστάσεων. Η αναπαράσταση συνδέει μια ψυχική κατάσταση με μια εικόνα (πχ. πεινάω και η μαμά εμφανίζεται, με παίρνει αγκαλιά, με ταΐζει και με καθησυχάζει). Όταν η μητέρα ανταποκρίνεται συστηματικά στις ανάγκες του βρέφους, τότε εκείνο αναπτύσσει την ικανότητα να αναπαριστά ψευδαισθητικά τη φροντίδα κατά την απουσία της μητέρας (μπορεί να περιμένει –έστω για λίγο- χωρίς να κατακλύζεται από άγχη). Για να μπορέσει να αναπτυχθεί αυτή η αίσθηση εσωτερικής ασφάλειας χρειάζεται να βιώσει το παιδί πολλές επαναλαμβανόμενες θετικές εμπειρίες φροντίδας.

 

Σε αυτό το πλαίσιο η θεωρία της προσκόλλησης (attachment theory) του John Bowlby αναφέρεται στο συναισθηματικό δεσμό ανάμεσα στο βρέφος και το κύριο πρόσωπο που το φροντίζει (συνήθως τη μητέρα) και προτείνει ένα πλαίσιο κατανόησης της συναισθηματικής μας ανάπτυξης και της δημιουργίας της προσωπικότητάς μας. Στη βάση της υποστηρίζει ότι οι πρώτες μας σχέσεις με αυτούς που μας φρόντισαν ενδοβάλλονται ως μοντέλα του σχετίζεσθαι και καθορίζουν τον τρόπο και τον τύπο των μετέπειτα σχέσεών μας.

 

Καταλήγοντας

 

γίνεται αντιληπτό ότι για ένα βρέφος το «κράτημα» (όπως περιγράφηκε παραπάνω) από τη μητέρα είναι καθοριστικής σημασίας τόσο για τη σωματική, όσο και για την ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Τα νεογνά και τα βρέφη δεν "κακομαθαίνουν" με την αγκαλιά, ούτε είναι "χειριστικά".. Επικοινωνούν τις σωματικές και ψυχικές τους ανάγκες με τον μοναδικό τρόπο που μπορούν, το κλάμα. Η μη ανταπόκριση σε αυτό δεν τα "εκπαιδεύει" να μην κλαίνε, απλά πολλαπλασιάζει ένα ήδη τεράστιο στρες που προφανώς τους είναι αδύνατο να διαχειριστούν.

 

Στον αντίποδα βέβαια, εξίσου σημαντικό είναι να μπορούμε να "επιτρέψουμε" στο νήπιο που επιχειρεί (κυριολεκτικά και συμβολικά) τα πρώτα του βήματα να υπάρξει και χωρίς τη (συνεχή) παρουσία μας. Η ανάδυση του ψυχισμού συνδέεται με συνθήκες σύντομης απουσίας της μητέρας, αφού η απουσία αυτή ανοίγει το δρόμο για την ψυχική αναπαράσταση στο βρέφος.

 

Η ανάπτυξη της σκέψης και του ψυχισμού εν γένει προϋποθέτει και τη ματαίωση, εφόσον το μωρό αναπτύσσεται ψυχοσυναισθηματικά μέσω της παρουσίας  και της απουσίας της μητέρας του. 

 

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

  • Μπακιρτζόγλου Σάββας. Σημειώσεις  επί  του  έργου  του D.W. Winnicott,  με  αφορμή  το  επιθανάτιο  κείμενό  του «Φόβος κατάρρευσης».
  • Σουμάκη, Ε. (2007). «Η συμβολή του πένθους στην αναπτυξιακή διαδικασία», στο «Θέματα Ψυχοδυναμικής & Ψυχοκοινωνικής Παιδοψυχιατρικής, Αφιέρωμα στον καθηγητή Γ. Τσιάντη». Αθήνα, εκδ. Καστανιώτη
  • Selma Freiberg (2014) "Τα μαγικά χρόνια", εκδ. ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ
  • Winnicott D. (1971), «Το παιδί, το παιχνίδι και η πραγματικότητα», εκδ. ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ