Δεν υπάρχουν έξυπνοι και χαζοί άνθρωποι

του Χρήστου Κλάγκου, Ψυχολόγου

 

Από τα πρώτα κιόλας χρόνια τις ζωής μας, κρινόμαστε. Από μωρά για την σωματική και ψυχοκοινωνική μας ανάπτυξη (τα αναπτυξιακά ορόσημα ή τις γνωστικές δεξιότητες που κατακτήσαμε), σαν παιδιά για τις σχολικές μας επιδόσεις, την πληθώρα γνώσεων που θα αποκτήσουμε και τη γκάμα δραστηριοτήτων με τις οποίες θα ασχοληθούμε, ως έφηβοι για τις επιλογές μας και σαν ενήλικες για την επαγγελματική μας καταξίωση και κατά συνέπεια την οικονομική μας επιφάνεια.

Αργότερα φυσικά κρινόμαστε για την οικογενειακή μας αναγνώριση κ.ο.κ. Δεν είναι λίγες οι φορές που η κριτική έρχεται ως απόρροια σύγκρισης και έτσι κάποιος βρίσκεται να κυνηγάει στόχους, αισθάνοντας την ανάγκη να αποδείξει στους γύρω του ότι δεν είναι ανίκανος, λίγος, ή όπως πολλοί θα κατέληγαν στο συμπέρασμα, «…χαζός».

 

Πόσες φορές έχουμε ακούσει τις εκφράσεις

«αυτός δε τα παίρνει τα γράμματα», ή «καλό παιδί αλλά δε του κόβει»;

 

Η αναζήτηση για το τι είναι έξυπνο και το τι χαζό, ξεκινάει αποφθεγματικά από την εποχή των Ελλήνων φιλοσόφων και καταλήγει στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ου αιώνα να μετουσιώνεται  στις πρώτες προσπάθειες εγκαθίδρυσης μιας θεωρίας που θα οδηγούσε στη δημιουργία μιας κλίμακας εργαλείου, με απώτερο σκοπό τη μέτρηση της ανθρώπινης νοημοσύνης. Στα χρόνια που διαμεσολάβησαν μέχρι σήμερα, αρκετές προσπάθειες προσέγγισης του θέματος κατέληξαν στο να μειώσουν στο σύνολο της την αξιοπρέπεια των ανθρώπων, καθώς και στον στιγματισμό συγκεκριμένων ομάδων, φυλών κ.ο.κ Στην κοινωνία που ζούμε έχουμε μάθει να μετράμε τα πάντα ποσοτικά. Έτσι λοιπόν ήταν επιβεβλημένο να δημιουργηθούν και τα κατάλληλα εργαλεία μέτρησης της ανθρώπινης νοημοσύνης, εργαλεία που θεωρητικά μετράνε μέχρι που, του «κόβει» κάποιου.

 

Πρωτοπόροι σε αυτό το κίνημα υπήρξαν οι Alfred Binet, Lewis Terman και Charles Spearman όπου μέσα από την δουλειά τους δημιουργήθηκαν τα Intelligence Quotient τεστ -ή όπως είναι ευρέως γνωστά, IQ τεστ-. Τα εργαλεία αυτά μετράνε την ανθρώπινη νοημοσύνη και χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τότε μέχρι και σήμερα. Έχουν γίνει τόσο δημοφιλή που μπορεί κανείς να τα βρει να χρησιμοποιούνται από πολλές εταιρείες κατά τη διάρκεια συνεντεύξεων σε υποψήφιους μέχρι και τυχαία σε σελίδες ευρείας κατανάλωσης ή σε διαφημιστικές επιγραφές δίπλα από μια απλή αναζήτηση.

 

Οι τίτλοι σχεδόν πάντα εντυπωσιακοί:

«IQ test: «Μόνο το 4% περνάει» – Η κατανομή IQ στον γενικό πληθυσμό»

«Τεστ - Είσαι Αϊνστάιν; 10 ερωτήσεις για να μάθεις ποιο είναι το IQ σου»

 

Και κάποιες φορές εξωφρενικοί:

 «Το πιο γρήγορο IQ test του κόσμου - Τρεις μόνο ερωτήσεις»

 

Τα παραπάνω γεννούν τα εξής ερωτήματα:

«πως ζει το υπόλοιπο 96% που «κόβεται;»,

«τι θα κάνω αν δεν είμαι Αϊνστάιν;» και

«πως γίνεται να κρίνομαι από τρείς μόνο ερωτήσεις;».

 

Εκτός από τα παραπάνω παραδείγματα τα οποία είναι υπεραπλουστευμένες και ελλιπείς εκδόσεις, ακόμα και πιο επιστημονικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται σε εργασιακούς χώρους κ.ο.κ. μπορούν να οδηγήσουν σε δυσκολίες όπως: υπερβολικό άγχος, χαμηλή αυτοπεποίθηση και τελικά να μειώσουν δραματικά την ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου η ακόμα κ να καταλήξουν σε σοβαρότερες διαταραχές εάν δεν υπάρξει πρόληψη και έγκαιρη αντιμετώπιση.

 

Τα IQ τεστ δεν μετράνε την εξυπνάδα

 

Πως θα μπορούσαν άλλωστε;

Κοινή υπόθεση όλων των τεστ, και εν γένει της συγκεκριμένης οπτικής, είναι πως η ευφυΐα είναι μια ενιαία οντότητα, μια και μοναδική ιδιότητα. Προϋποθέτουν στη συνέχεια ότι η ευφυΐα είναι κάτι μετρήσιμο.

 

Σε βάθος χρόνων έρευνας υπήρξε μεγάλη διαμάχη σχετικά με το κατά πόσο η ευφυΐα μπορεί να μετρηθεί. Ο Spearman έκανε συσχετίσεις ανάμεσα στην απόδοση και ορισμένα IQ τεστ, βρίσκοντας έναν παράγοντα πρόβλεψης που ονόμασε g Factor (από το general factor of intelligence) τον οποίο ποτέ όμως δε κατάφερε να εξηγήσει, αλλά ούτε και το λόγο για τον οποίο υπήρχαν αυτές οι συσχετίσεις (όπως παρατηρεί και ο Kyllonen το 1996). Έκτοτε άλλοι ερευνητές (Van Der Maas et al., 2006) ισχυρίστηκαν ότι το IQ δε θα μπορούσε να εξηγεί την νοημοσύνη στο σύνολο της ενώ υπάρχουν και παραδείγματα ερευνών όπου η κουλτούρα και τα κοινωνικά χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων -οι οποίες αποτελούνταν από μειονότητες κατοίκων των ΗΠΑ- όχι απλά δεν εξηγούσαν την ευφυΐα αλλά είχαν και αρνητικές συσχετίσεις αναδεικνύοντας ουσιαστικά το πρόβλημα (Jensen, 1980).

 

Μια άλλη (προ)οπτική της ευφυΐας

 

O νευροψυχολόγος και αναπτυξιακός ψυχολόγος Alexander Luria το 1966 προσέφερε μια νέα οπτική στις θεωρίες ευφυΐας, βασισμένη σε μια γνωστική προσέγγιση. Επηρεασμένοι από τη δουλειά του στην νευροαπεικόνιση και την μοντελοποίηση του εγκεφάλου, οι Das, Kirby & Jarman (1975) προτείνουν για πρώτη φορά ένα διαφορετικό μοντέλο θεώρησης.

 

"Η θεωρία της νοημοσύνης PASS"

 

Σε αντίθεση με τους προηγούμενους, υπέδειξαν ότι η γνώση είναι οργανωμένη σε τρία συστήματα και τέσσερις διαφορετικές διαδικασίες (σχεδιασμός, προσοχή, ταυτόχρονη και διαδοχική διαδικασία), αντιτιθέμενοι στην επικρατούσα θεώρηση η οποία στη συνέχεια αμφισβητήθηκε (Das, Naglieri & Kirby, 1994; Das, Kar & Parrila, 1996).

 

Η ευφυΐα δεν είναι μια και ενιαία

 

Η θεωρία του Luria και των υπολοίπων, δε χρησιμοποιεί απλά μια υπόθεση αλλά αποδεικνύει ότι κάθε άνθρωπος χρησιμοποιεί διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου καθώς και έχει κλίση/ταλέντο σε διαφορετικές διεργασίες, καταλήγοντας ότι η ευφυΐα δεν εξηγείται από έναν μοναδικό παράγοντα, αλλά ούτε και η έκφραση της περιορίζεται με βάση τα κοινωνικά πρότυπα. Με απλά λόγια όλοι είμαστε ικανοί και ταλαντούχοι σε συγκεκριμένους τομείς και το να βρούμε την κλίση μας είναι ιδιαιτέρως πιο σημαντικό από το να αναλωνόμαστε στο πόσο έξυπνη μπορεί να θεωρηθεί αυτή. Ή όπως πιο ελαφρώς εκφράζει μια αραβική ρήση «Όλοι οι άνθρωποι είμαστε έξυπνοι, άλλοι πριν, άλλοι μετά. Την κρίσιμη στιγμή, όμως, είμαστε όλοι χαζοί».

 

Επίσης, δεν μπορεί να είναι μετρήσιμη

 

Εκτός από το γεγονός ότι ο κάθε άνθρωπος έχει ευχέρεια στην χρήση διαφορετικού τμήματος του εγκέφαλου και κλίση σε συγκεκριμένες διεργασίες, η εξωτερίκευση της νόησης εξαρτάται και από πολλές άλλες μεταβλητές. Ο χαρακτήρας μας, αν βρήκαμε το ταλέντο μας, αν το εξασκήσαμε, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες το εξασκήσαμε, τα επίπεδα άγχους, οι ευκαιρίες που μας δίνει το περιβάλλον και η κοινωνία στην οποία ζούμε, τα περιθώρια και οι απαιτήσεις της προκείμενης διεργασίας, είναι μερικές από τις μεταβλητές αυτές.

 

Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις μιας προ-υπάρχουσας δυσκολίας ή ενός προ-υπάρχοντος προβλήματος όπως είναι οι μαθησιακές δυσκολίες ή η διάσπαση προσοχής (ΔΕΠΥ) κλπ. Η θεωρία του Luria τις λαμβάνει υπόψη, και μπορεί να τις εντοπίσει με ένα σύστημα γνωστικής αξιολόγησης που δημιουργήθηκε μετέπειτα βασισμένο σε αυτή. Το Das–Naglieri cognitive assessment system (CAS) τεστ, είναι ένα εργαλείο που βοηθάει στον εντοπισμό μαθησιακών δυσκολιών, νοητικών προβλημάτων, αυτισμού ή ακόμα και γνωστικών αλλαγών μέσω διαδικασίας γήρανσης που δεν μπορούν να εντοπιστούν με τις παραδοσιακές δοκιμασίες IQ μιας και αυτός δεν υπήρξε ποτέ ο στόχος της συγκεκριμένης προσέγγισης.

 

Συμπερασματικά λοιπόν όλοι οι άνθρωποι είμαστε διαφορετικοί, χωρίς αυτό να επιδέχεται διακρίσεις όπως «καλύτερος-χειρότερος» ή «έξυπνος-χαζός». Καλό θα ήταν να ευαισθητοποιηθούμε, δίνοντας βαρύτητα σε τέτοιου είδους θέματα, ακολουθώντας μια άλλη κατεύθυνση. Ίσως θα έπρεπε αντ’ αυτού να εντοπίζουμε την κλίση του κάθε ανθρώπου, να τονίζουμε τα θετικά χαρακτηριστικά του αντιμετωπίζοντας τις όποιες δυσκολίες παρουσιάζονται, χωρίς να επιτρέπουμε να στιγματίζεται κανένας, μιας και όλοι είμαστε καλοί σε κάτι αρκεί να ξεκινήσουμε από το τι είναι αυτό. Πάνω από όλα χρειάζεται να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν λύσεις για όλα αρκεί να υπάρχει πρόληψη, έγκαιρη και σωστή αντιμετώπιση.

 

 

Βιβλιογραφία

Das, J. P., Kar, B. C., & Parrila, R. K. (1996). Cognitive planning: The psychological basis of intelligent behavior. London: Sage Publications, Inc.

Das, J. P., Kirby, J., & Jarman, R. F. (1975). Simultaneous and successive synthesis: An alternative model for cognitive abilities. Psychological Bulletin, 82(1), 87-103.

 Das, JP, Naglieri, JA, & Kirby, JR (1994). Αξιολόγηση των Γνωστικών Διαδικασιών. Allyn & Bacon, Publishers, Needham Heights: ΜΑ, USA.

Jensen, A. R. (1980). Bias in mental testing. New York: Free Press.

Kyllonen, P. C. (1996). Is working memory capacity Spearman’s g. In I. Dennis & P. Tapsfield (Eds.), Human abilities: Their nature and measurement, 49-75.

Van Der Maas, H. L., Dolan, C. V., Grasman, R. P., Wicherts, J. M., Huizenga, H. M., & Raijmakers, M. E. (2006). A dynamical model of general intelligence: the positive manifold of intelligence by mutualism. Psychological review113(4), 842-861.