O Freud για το άγχος

Καραγιάννη Αναστασία- Χαρά, ψυχολόγος - επιστημονική συνεργάτις της Άερτον

 

Σύμφωνα με τον Freud (1933) ο κάθε άνθρωπος διέπεται από μία σταθερή ποσότητα ψυχικής ενέργειας που έχει ως σκοπό να ικανοποιεί τα βασικά πρωτόγονα ένστικτα του ανθρώπου( π.χ. επιβίωση, αναπαραγωγή, δίψα, πείνα). Αυτή η ενέργεια ονομάζεται libido και σχετίζεται έντονα με τη σεξουαλική ικανοποίηση του κάθε ατόμου. Η libido διαμορφώνεται και εξελίσσεται σταδιακά στη ζωή του κάθε ατόμου από τη γέννησή του μέχρι το τέλος της εφηβείας, όπου πραγματοποιείται η πλήρης ανάπτυξη των γεννητικών οργάνων. Θυμίζει θα λέγαμε τη διαδικασία μετατροπής της κάμπιας σε πεταλούδα. Επίσης, αναπτύσσεται παράλληλα με την προσωπικότητα του κάθε ατόμου. Επομένως, η σεξουαλική ανάπτυξη κατά τον Freud είναι αλληλένδετη με την ψυχο-συναισθηματική.

ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟΤΗΤΑ VS ΑΓΧΟΣ:

 

Το άγχος κατά τον Freud συνδέεται έντονα με την έλλειψη σεξουαλικής ικανοποίησης, και συνεπώς με τον σεξουαλικό περιορισμό . Όσο μεγαλύτερος ο σεξουαλικός περιορισμός, τόσο μεγαλύτερο το άγχος. Συγκεκριμένα, όταν η libido δεν βρίσκει κάποια ικανοποιητική ανταπόκριση , τότε υπάρχει σταδιακή αντικατάστασή της από το άγχος.

 

Τι είναι το άγχος;

 

Το άγχος στην ουσία είναι μια φυσιολογική αντίδραση σε έναν εξωτερικό κίνδυνο. Το άτομο, αφού εκδηλώνει άγχος, η επόμενη φυσιολογική αντίδραση είναι η φυγή. Για την δράση αυτή ευθύνεται το λογικό κομμάτι του ανθρώπου, το Εγώ, όπως το ονομάζει ο Freud , και σε αυτό το κομμάτι δημιουργείται οποιαδήποτε μορφή άγχους. Ωστόσο, υπάρχουν φορές που ο κίνδυνος δεν είναι εξωτερικός αλλά εσωτερικός. Σε αυτή την περίπτωση η φυγή αντικαθίσταται από τα συμπτώματα του άγχους, τα οποία λειτουργούν παράλληλα και ως εσωτερικοί αμυντικοί μηχανισμοί (π.χ. ψυχαναγκασμοί, φοβίες).

 

Σε γενικές γραμμές το άγχος διακρίνεται σε:

 

Πραγματικό - Αντικειμενικό Άγχος:  Είναι το άγχος που εκδηλώνει το άτομο προκειμένου να καλύψει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, και αποτελεί αντίδραση σε έναν πραγματικό κίνδυνο.

 

Α) Η 1η μορφή άγχους εκδηλώνεται μέσα από το άγχος αποχωρισμού που βιώνει το βρέφος κατά την απουσία της μητέρας του. Το βρέφος δεν μπορεί να αξιολογήσει αρχικά την μονιμότητα της απουσίας της μητέρας του. Έτσι, κάθε φορά που η μητέρα του φεύγει, αυτό αντιδρά με άγχος, ώστε να προετοιμαστεί συναισθηματικά για την απουσία της. Στην περίπτωση του άγχους αποχωρισμού, το άγχος αντικαθιστά το φόβο απώλειας του αγαπημένου μητρικού προσώπου. Αυτή η σχέση λειτουργεί ως το πρότυπο για οποιασδήποτε άλλης μορφής αποχωρισμό έχει το άτομο στη μετέπειτα ζωή του.

 

Β) Η 2η μορφή άγχους είναι το άγχος εγκατάλειψης ή ευνουχισμού ( 3-5 χρονών): Σε αυτή την περίπτωση ο φόβος του ευνουχισμού και για τα 2 φύλα (απώλεια του πέους για το αγόρι και μη απόκτηση πέους για το κορίτσι) αποτελεί, πηγή άγχους, που αντικαθιστά το φυσιολογικό αίσθημα του φόβου. Εδώ το αγόρι αισθάνεται φόβο ότι θα χάσει το πέος του από τον πατέρα του, και το κορίτσι ότι δεν θα το αποκτήσει ποτέ, δεδομένου ότι σε αυτό το ηλικιακό στάδιο τα παιδιά θεωρούν φυσιολογικό να υπάρχει πέος και στα 2 φύλα.

 

Γ) Η 3η μορφή άγχους προκύπτει από το φόβο τιμωρίας από το Υπερεγώ (εξωτερικός ηθικός κόσμος) και εκδηλώνεται με τη μορφή ενοχών και αυτοτιμωρίας (μετά τα 5 έτη). Το Υπερεγώ λειτουργεί σαν ένας μεγάλος ηθικός κανόνας στον οποίο συμπεριλαμβάνονται όλοι. Σύμφωνα με αυτόν τον κανόνα, όποια σεξουαλική συμπεριφορά στρέφεται σε έναν κοινωνικά απαγορευμένο σεξουαλικό στόχο, ασυνείδητα ανακόπτεται (π.χ. η ερωτική έλξη του γιου προς τη μητέρα- οιδιπόδειο σύμπλεγμα)

 

Νευρωτικό Άγχος: Το βασικό διακριτό χαρακτηριστικό του είναι η υψηλή έντασή του σε σχέση με το αντικειμενικό άγχος.

 

Α) Η 1η μορφή νευρωτικού άγχους είναι το άγχος προσδοκίας: Τα άτομα αυτά βιώνουν ένα ελεύθερο αιωρούμενο άγχος το οποίο δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιήσουν. Ως βασικό χαρακτηριστικό τους είναι ότι σκέφτονται από όλα τα σενάρια το χειρότερο και θεωρούν ότι πολλές καταστάσεις είναι επικείμενες καταστάσεις συμφοράς. Το άγχος προσδοκίας είναι υψηλό σε άτομα που πάσχουν από αγχώδη νεύρωση.

 

Β) Η 2η μορφή άγχους είναι το άγχος που εμφανίζεται στις φοβίες: Το άγχος στις φοβίες είναι αμετάκλητο, και μπορεί να είναι γενετήσιο ή και επίκτητο. Φοβίες κατά κύριο λόγο έχουν τα άτομα με αγχώδη υστερία. Σε αυτή την περίπτωση τα άτομα δεν γνωρίζουν να πουν τι φοβούνται και συνδέουν το άγχος τους με τις πιο εύλογες φοβίες. Κοινός παρονομαστής είναι το αίσθημα κατωτερότητας.

 

Γ) Η 3η μορφή άγχους είναι το άγχος που σχετίζεται με τους ψυχαναγκασμούς: Τα άτομα αυτά πολλές φορές δεν φαίνεται να βιώνουν έκδηλες καταστάσεις άγχους. Ωστόσο, αν προσπαθήσει κανείς να ανακόψει τις ψυχαναγκαστικές επαναλαμβανόμενες πράξεις τους που λειτουργούν σαν τελετουργικό, φαίνεται η εσωτερική σύγχυση που βιώνουν. Εδώ τα ψυχαναγκαστικά συμπτώματα είναι δείκτες άγχους, και ταυτόχρονα καταστολείς του.

 

Δ) Η 4η μορφή άγχους είναι το παιδικό άγχος, το οποίο φαίνεται να είναι αποκύημα της ανατροφής. Για τον Freud τα παιδιά δεν εκδηλώνουν άγχος μέχρι να αναπτύξουν επαρκώς το Εγώ τους. Έτσι εξηγείται γιατί δεν έχουν αίσθηση του κινδύνου. Είναι κάτι που το μαθαίνουν μεγαλώνοντας. Γι’ αυτό στο παιδικό άγχος το συναίσθημα που απωθείται δεν είναι ο φόβος αλλά η απογοήτευση και η λαχτάρα, αισθήματα τα οποία έχουν άμεση σχέση με το άγχος αποχωρισμού από τη μητέρα.

 

Κάθε άνθρωπος έχει μια ενστικτώδη ανάγκη για ζωή, την οποία ασυνείδητα περιπλέκει με τη σεξουαλική του ζωή, δεδομένου ότι η φυσιολογική σεξουαλικότητα έχει ως απώτερο σκοπό την αναπαραγωγή του είδους και την ανάγκη κατάκτησης μιας δυνητικής αθανασίας στον κατά τα άλλα επίγειο κόσμο. Οποιαδήποτε επιπλοκή δημιουργεί ο άνθρωπος σε αυτή τη σχέση αποτελεί πηγή άγχους και ψυχικής δυσλειτουργίας.