Πώς να συμπεριφερθούμε στα παιδιά μετά από μια φυσική καταστροφή

της Νάντιας Γκίκα, ψυχολόγου

 

Όλοι μας τις τελευταίες ημέρες παρακολουθούμε έντρομοι τις εξελίξεις από τη φονική πυρκαγιά που ξέσπασε στην Αττική στις 23/7 . Άνθρωποι βρέθηκαν απανθρακωμένοι, οικογένειες αναζητούν τους συγγενείς τους τεράστιες δασικές εκτάσεις παραδόθηκαν στις φλόγες ενώ σπίτια και κόποι μιας ολόκληρης ζωής καταστράφηκαν εν μία νυκτί. Η φονική αυτή πυρκαγιά που ξέσπασε το μεσημέρι της Δευτέρας αποτελεί πρωτοφανές γεγονός για την χώρα μας και άφησε στο πέρασμα της ανυπολόγιστες ζημιές. Δυστυχώς όμως ανάμεσα στους ενήλικες που βρέθηκαν αντιμέτωποι με αυτό το τρομερό γεγονός βρίσκονταν επίσης και παιδιά τα οποία κλήθηκαν να βιώσουν ένα τόσο στρεσογόνο γεγονός σε μία πολύ τρυφερή ηλικία. Σε αυτές λοιπόν τις δύσκολες ώρες η στήριξη στα παιδιά και στους εφήβους, ώστε να μπορέσουν να ξεπεράσουν το τραύμα αυτό, είναι υψίστης σημασίας.

Αρχικά οφείλουμε να κατανοήσουμε πως οι αντιδράσεις των παιδιών σε καταστάσεις κρίσης ποικίλουν ως προς την φύση και ως προς την έκταση τους και συνεπώς ο τρόπος που θα αντιδράσουν εξαρτάται από την ηλικία τους, την προσωπικότητα τους, καθώς και από το εάν έχουν βιώσει προηγούμενη εμπειρία στο παρελθόν. Τα παιδιά που έχουν βιώσει τραυματικά γεγονότα τείνουν να ξαναζούν μέσω των σκέψεων τους το ίδιο γεγονός, φοβούνται πως κάτι παρόμοιο θα ξανασυμβεί ενώ πολύ συχνά αποσύρονται από το εξωτερικό περιβάλλον και προσκολλώνται σε μέλη της οικογένειας τους για να νιώσουν και πάλι ασφάλεια. Η απώλεια του σπιτιού όπου ζούσε ένα παιδί εξ αιτίας μιας φυσικής καταστροφής καθώς επίσης και η διακοπή της φυσικής τάξης των πραγμάτων,δημιουργούν στο παιδί συναισθήματα ανασφάλειας και μη εμπιστοσύνης απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό του καθώς επίσης και μία αίσθηση απώλειας ελέγχου και σταθερότητας. Ο φόβος σχετικά με το μπορεί να ξανασυμβεί καθώς επίσης και ο φόβος μήπως πάθει κάτι το ίδιο το παιδί ή κάποιος δικός του άνθρωπος είναι συνηθισμένο σε αυτές τις ηλικίες όσο παράλογο και αν φαίνεται πολλές φορές στους ενήλικες.

 

Η στήριξη λοιπόν των παιδιών σε τέτοιες δύσκολες ώρες συμβάλει θετικά στην μετέπειτα ψυχολογική τους κατάσταση και προσαρμογή και μπορεί να γίνει ως εξής:

 

  1. Αποφεύγουμε την έκθεση του παιδιού σε στρεσογόνα θεάματα . Δεδομένου ότι η φονική πυρκαγιά της Αττικής έχει προκαλέσει ανείπωτες καταστροφές είναι λογικό να αποτελεί το πρώτο θέμα συζήτησης είτε μεταξύ των καναλιών είτε και ακόμα μεταξύ μας. Τα παιδιά τα οποία είναι συνεχώς εκτεθειμένα σε στρεσογόνες καταστάσεις όπως π.χ. η φονική πυρκαγιά καθίστανται ιδιαίτερα ευάλωτα σε εμφάνιση γενικευμένου άγχους, φοβιών, καθώς και συμπτωμάτων μετατραυματικού άγχους. Δεδομένου ότι δεν έχουν τις ίδιες γνωστικές και συναισθηματικές ικανότητες με έναν ενήλικα, τα παιδιά δυσκολεύονται να διαχειριστούν όλες αυτές τις πληροφορίες και κατακλύζονται από εικόνες και αφηγήσεις που επιδρούν αρνητικά στην ψυχολογική υγεία τους.

  2. Πλησιάζουμε άμεσα το παιδί μας και συζητάμε μαζί του για ότι το απασχολεί. Η άμεση παρέμβαση βγάζει το παιδί από την κατάσταση στην οποία ζει και το βοηθάει να ανακτήσει γρηγορότερα τις ισορροπίες του. Τις περισσότερες φορές όμως οι γονείς προσπαθούν να εξηγήσουν στα παιδιά το τι έχει συμβεί χρησιμοποιώντας λέξεις και εκφράσεις που ταιριάζουν στο δικό τους νοητικό επίπεδο με αποτέλεσμα τα παιδιά να δυσκολεύονται να κατανοήσουν τι έχει συμβεί. Για αυτό τον λόγο χρησιμοποιούμε απλές λέξεις και εκφράσεις, συμβατές με το νοητικό στάδιο του παιδιού έτσι ώστε να γίνουμε κατανοητοί στα παιδιά.
  3. Ακούμε προσεκτικά τα όσα έχει να μας πει και το ενθαρρύνουμε να μιλήσει ανοικτά για τα συναισθήματα του. Στην φάση αυτή είναι πολύ σημαντικό το παιδί να νιώσει ασφαλές να ρωτήσει οτιδήποτε σκέφτεται και να εκφράσει αυτά που νιώθει. Είμαστε πρόθυμοι να απαντήσουμε σε οποιαδήποτε απορία του όπως π.χ. πως ξέσπασε η φωτιά; τι έγινε με το σπίτι μας; γιατί η μαμά κλαίει κτλ . Οφείλουμε να είμαστε προσεκτικοί ακροατές των όσων μας εξιστορεί το παιδί και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που νιώθει. Δεν ενοχοποιούμε κανένα συναίσθημα ούτε σπεύδουμε να χαρακτηρίσουμε " καλή" ή ' κακή" καμία συναισθηματική αντίδραση του παιδιού. Αντιθέτως ενθαρρύνουμε το παιδί να εκφράσει ελεύθερα όλα όσα νιώθει τονίζοντας του πόσο φυσιολογικά είναι όλα αυτά τα συναισθήματα.

  4. Βοηθάμε το παιδί να συνειδητοποιήσει πως η κρίση έχει συμβεί και πως πλέον έχει περάσει. Πολλά παιδιά όταν βιώνουν ένα στρεσογόνο γεγονός αναπτύσσουν έναν μηχανισμό άρνησης απέναντι σε όλο αυτό αρνούμενα να δεχτούν το τι έχει συμβεί. Ωστόσο όσο προσαρμοστικός και να είναι αυτός ο μηχανισμός άμυνας στην αρχή, η παρατεταμένη χρήση του μπορεί να εγκλωβίσει το παιδί σε μία "λανθασμένη πραγματικότητα " καθιστώντας το ευάλωτο και δυσχεραίνοντας την μετέπειτα προσαρμογή του. Μέσα λοιπόν από κατάλληλες ερωτήσεις ο ενήλικας βοηθάει το παιδί να διερευνήσει το τι έχει συμβεί με τέτοιο τρόπο ώστε να μην καταρρεύσει. Παράλληλα προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά να νιώσουν ασφαλείς και να συνειδητοποιήσουν πως το τρομερό αυτό γεγονός έχει περάσει. Η παροχή στέγης , φαγητού καθώς και η επιστροφή στην ρουτίνα συμβάλλουν ώστε το παιδί να νιώσει πως η ζωή του επανέρχεται στους ρυθμούς που ήταν.

  5. Δεν παρέχουμε ψευδή καθησυχασμό. Σε αυτές τις δύσκολες ώρες της κρίσης τα παιδιά πρέπει να εμπιστευτούν και πάλι κάποιον ώστε να μπορέσουν να συζητήσουν μαζί του σχετικά το τα όσα βίωσαν. Στην προσπάθεια αυτή ο ενήλικας που στηρίζει ένα παιδί οφείλει να διατηρήσει την αξιοπιστία του και τον ρεαλισμό της κατάστασης. Δεν παρέχουμε ψευδείς πληροφορίες στα παιδιά ούτε προσπαθούμε να τα καθησυχάσουμε παραθέτοντας τους ελλιπείς πληροφορίες. Το παιδί για να μπορέσει να νιώσει ασφαλές και να εμπιστευτεί ότι δεν βρίσκεται πλέον σε κίνδυνο πρέπει να γνωρίζει όλη την αλήθεια γύρω από το συμβάν. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να δώσουμε στα παιδιά μία αίσθηση ελπίδας και να τα κάνουμε να πιστέψουν πως μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτήν την κατάσταση και μάλιστα να βγουν πιο δυνατά από αυτό.