Πώς αναπτύσσεται και εγκαθιδρύεται η σχιζοφρένεια;

Καραγιάννη Αναστασία- Χαρά, ψυχολόγος - επιστημονική συνεργάτις της Άερτον

 

Προδιαθεσιακοί παράγοντες:

Αρχικά, ένα άτομο για να εμφανίσει έντονα ψυχωσικά συμπτώματα θα πρέπει να έχει μια γενετική προδιάθεση προς αυτά.

Ειδικότερα, σύμφωνα με πρόσφατες επιστημονικές έρευνες:

Α) Ένα παιδί με 2 γονείς σχιζοφρενείς έχει περίπου 40% πιθανότητα να εμφανίσει και το ίδιο σχιζοφρένεια, ενώ

Β) Σε μονοζυγωτικά δίδυμα, αν εμφανίζει το ένα σχιζοφρένεια, τότε υπάρχει περίπου 50% πιθανότητα να εμφανίσει και το άλλο.

Παράλληλα, η σχιζοφρένεια εμφανίζει υψηλή συσχέτιση με την κατάθλιψη σε συγγενείς 1ου βαθμού.

 

Παράγοντες εμφάνισης (ευαλωτότητα):

 Ωστόσο, το κατά πόσο ένα άτομο θα εμφανίσει ψύχωση εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, οι οποίοι θα «αναγκάσουν» το άτομο να περάσει από τον ουδό ευαλωτότητας, στο στάδιο εμφάνισης της νόσου. Αυτοί οι παράγοντες μπορεί να είναι ένα έντονα εχθρικό οικογενειακό (ή/και φιλικό, σχολικό) περιβάλλον ή ένα τραυματικό παιδικό γεγονός, τα οποία θα εκθέσουν το άτομο σε έντονο στρες, και θα το οδηγήσουν πιθανώς στην απομόνωση ως διαδικασία μηχανισμού άμυνας. Η έντονα στρεσογόνος κατάσταση θα «σοκάρει» συναισθηματικά το άτομο, το οποίο θα αρχίσει να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από το φάσμα του τραύματος και της ανώμαλης εμπειρίας. Παράλληλα, θα αρχίσει να σκέφτεται με τρόπο που να εξηγεί την εμπειρία, λογικά προς τον ίδιο , και προκατειλημμένα προς το γενικό πληθυσμό. Η αρνητική προκατάληψη προς το γενικό πληθυσμό σχετίζεται κυρίως με το διαρκές αίσθημα επικείμενης απειλής που βιώνει το άτομο, την οποία εκδηλώνει συχνά μέσω οπτικο-ακουστικών παραισθήσεων  (π.χ. Αν δεν υπακούσω στις φωνές, θα με βλάψουν ή  Το αμάξι που είναι παρκαρισμένο έξω από το σπίτι μπορεί να διαβάσει τη σκέψη μου) . Τέλος, η χρήση κάνναβης λειτουργεί, επίσης, επιβαρυντικά στην εμφάνιση ψυχωσικών συμπτωμάτων.

 

Παράγοντες εγκαθίδρυσης:

Τα ψυχωσικά άτομα τείνουν να εμφανίζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, η οποία ενισχύει τις παραισθήσεις, τις ψευδαισθήσεις και τα καταθλιπτικά συμπτώματα. Πάνω στην χαμηλή τους αυτοεκτίμηση έχουν διαμορφώσει και τα γνωσιακά τους σχήματα και τις πεποιθήσεις τους για τον εαυτό τους και τους άλλους. Επίσης, παρουσιάζουν μια σημαντική έκπτωση των γνωστικών τους λειτουργιών, όπως είναι η μνήμη εργασίας, η συγκέντρωση, η συλλογή και οργανωμένη επεξεργασία πληροφοριών, γεγονός που δημιουργεί μία σύγχυση μέσα στο μυαλό τους. Κατ’ επέκταση, δυσκολεύονται να κατανοήσουν διάφορες κοινωνικές καταστάσεις και να διατηρήσουν υγιείς κοινωνικές σχέσεις, γεγονός που τους γυρίζει πίσω στην απομόνωση, οπού απουσιάζουν τα υγιή πρότυπα συμπεριφοράς. Παράλληλα, η κατάσταση συναισθηματικής αστάθειας ως αποτέλεσμα του έντονου στρες, εμποδίζει το άτομο να δει «καθαρά» την πραγματικότητα. Ωστόσο, η μεγαλύτερη δυσκολία δεν βρίσκεται τόσο στην συλλογή και γνωστική επεξεργασία των πληροφοριών, όσο στην μεταγνωσιακή ερμηνεία τους. Η επιλεκτική  προσοχή σε αναζήτηση της επικείμενης απειλής σε συνδυασμό με την έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών και την έντονη συναισθηματική αστάθεια, δημιουργούν μια εσωτερικά «κατακερματισμένη» και εξωτερικά απόλυτη, ασυνάρτητη προσωπικότητα.

 

Προστατευτικοί παράγοντες:

Στην προσπάθεια του ειδικού να βοηθήσει το άτομο που νοσεί θα προσπαθήσει να βρει κάποια υγιή στοιχεία, τα οποία θα είναι και η εναρκτήρια δίοδος επικοινωνίας πάνω στην οποία θα ξεκινήσουν την θεραπευτική τους σχέση, και θα συμβάλλουν στην αποφυγή της υποτροπής, η οποία είναι πολύ συνήθης στην σχιζοφρένεια.

 

Αίτημα:

Καταλήγοντας, ο ασθενής που θα βρεθεί στο γραφείο ενός ψυχοθεραπευτή σίγουρα θα φέρει ένα  αίτημα, το οποίο είναι συνήθως το φαινομενικό πρόβλημα, αλλά όχι το ουσιαστικό. Σίγουρα όμως είναι εκείνο που θα ανάψει το «φυτίλι» στην καθημερινότητα του ατόμου και θα του επιφέρει πρακτικά καθημερινά προβλήματα (π.χ. η δυσκολία σύναψης ερωτικών σχέσεων, προβλήματα στο εργασιακό περιβάλλον κ.λ.π.) , και θα το αξιολογήσει ο ίδιος ο θεραπευόμενος σημαντικό για τον ίδιο. Ο θεραπευτής θα αξιολογήσει την χρονική σημαντικότητα του αιτήματος, και μαζί με τον θεραπευόμενο θα ορίσουν τους βραχυπρόθεσμους και μακρυπρόθεσμους θεραπευτικούς στόχους.

Κλείνοντας, σε περιπτώσεις έντονων ψυχωσικών επεισοδίων κρίνεται απαραίτητη η χρήση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής, ώστε συνδυαστικά με την ψυχοθεραπεία να επέλθει κάποια σημαντική βελτίωση. Εξέχουσα σημασία στην όλη πορεία παίζει το υποστηρικτικό περιβάλλον του ασθενούς, καθώς ο ασθενής βιώνει κάποιον βαθμό εξάρτησης από αυτό ιδιαίτερα σε περιπτώσεις έντονης καθημερινής δυσλειτουργίας.