Αναζητώντας λόγους: Μια στροφή στην ψυχοθεραπεία

της Δέσποινας Πάκια, φοιτήτριας ψυχολογίας

 

Γιατί να κάνει κάποιος ψυχοθεραπεία; Γιατί όχι; Ίσως το δεύτερο ερώτημα να είναι κάτι τις πιο δύσκολο να απαντηθεί...

 

Ζούμε σε μία εποχή πολλαπλών απαιτήσεων: κάθε μέρα δοκιμάζει την υπομονή μας· τσιτώνει τα νεύρα μας. Η απόρροια της έκρυθμης αυτής κατάστασης αντικατοπτρίζεται στα υψηλά επίπεδα ευερεθιστότητας, άγχους και συναισθηματικών προβλημάτων· ψυχικών δηλαδή συμβάντων, που έχουν πλέον καταστεί κοινό βίωμα. Σκεφτείτε: οι διαταραχές της διάθεσης αποτελούν τη δεύτερη πιο συχνή αιτία επίσκεψης σε παθολόγο, μετά την υπέρταση! Και ενώ ο παθολόγος είναι πράγματι ειδήμων στο θέμα της υπέρτασης, ίσως ήρθε ο καιρός να στραφούμε στον ειδικό της ψυχικής υγείας, εφόσον αυτή βρίσκεται στο στόχαστρο.

 

Τι μπορεί, λοιπόν, να προσφέρει μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία ή μια ψυχοθεραπευτική σχέση; Σε πρώτο επίπεδο, τα οφέλη περιλαμβάνουν τη στοιχειοθέτηση ενός ασφαλούς χώρου έκφρασης, οπού πάσης φύσεως πρόβλημα μπορεί να αναδυθεί – άνευ λογοκρισίας ή κριτικής – και να βρει έμπιστο αποδέκτη. Ο αποδέκτης, δηλαδή ο ψυχοθεραπευτής, διαθέτει την εμπειρία και τη γνώση να απελευθερώσει, καθώς και να ενισχύσει την ατομική εκφραστικότητα, μέσω την εγκαθίδρυσης καλού rapport1 με τον αναλυόμενο· τα δε ζητήματα που ανακύπτουν, αντιμετωπίζονται στα πλαίσια που ορίζουν η αντικειμενικότητα – στο μέτρο του εφικτού – ο ουσιαστικός – εποικοδομητικός διάλογος.

 

Ο διάλογος έχει απώτερο σκοπό· καθώς εναλλάσσονται οι ερωταπαντήσεις, καθώς η μία φράση διαδέχεται την άλλη, το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τον ίδιο τον εσωτερικό του κόσμο. Η ενδοσκόπηση, η εξακρίβωση του ψυχικού προϊόντος, είναι άκρως σημαντική: αυτό που συνιστά τη φύση του ατόμου είναι το υλικό που επιδέχεται τις προβολές του περιβάλλοντος· και η ζύμωση αυτή, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα αναφορικά με την εκδήλωση συμπτωμάτων. Συνεπώς, μέσω της αυτοδιερεύνησης, μπορεί κανείς να εντοπίζει τη βαθύτερη αιτία των προβλημάτων του, να επαναδιαπραγματεύεται τις συμπεριφορές του και - τηρουμένων των αναλογιών – ν’ ανταλλάζει τα παθολογικά συμπτώματα με έναν υγιέστερο τρόπο λειτουργίας.

 

Βεβαίως, η άνωθε διαδικασία είναι χρονοβόρα και ολίγον τι ψυχαναλυτική2. Η ψυχοθεραπεία, όμως, μπορεί να συνεισφέρει στην ευημερία του ανθρώπου και επί του παρόντος: εστιάζοντας σε επί μέρους, φλέγοντα ζητήματα. Ο ψυχοθεραπευτής, ανάλογα με την ειδίκευσή του, δύναται να χρησιμοποιήσει εύρος τεχνικών, αποτελεσματικών στη βραχυπρόθεσμη διαχείριση των συμπτωμάτων. Συχνά, γίνεται αξιοποίηση συμπεριφοριστικών μεθόδων: το παιχνίδι ρόλων, η συστηματική απευαισθητοποίηση (ή ακόμη και η απότομη, το λεγόμενο flooding3), η θετική ενίσχυση και άλλες τέτοιες μέθοδοι, που μπορεί να επιφέρουν αξιοπρόσεκτες θετικές αλλαγές, εντοπισμένες στο ψυχικό παρόν. Και να σημειώσουμε εδώ, ότι άπαξ κάποιος αποφασίσει να απευθυνθεί σε ειδικό – σε αντιδιαστολή με το ενδεχόμενο της παραπομπής – είναι πιθανό να αφορμάται από την βίωση ενός επιτακτικού αιτήματος, που χρήζει αμεσότητας ως προς την αντιμετώπισή του.

 

Από την άλλη μεριά, ο επιτακτικός χαρακτήρας του αιτήματος δεν προϋποτίθεται: ούτε αποτελεί βεβαίως την μόνη επαρκή αιτία, ώστε ν’ αναζητήσει κανείς βοήθεια. Πολλές φορές, τα βιωμένα συμπτώματα είναι ηπιότερα, παρουσιάζουν μειωμένη διάρκεια ή δείχνουν το στοιχείο της περιστασιακής επαναληψιμότητας. Σε αυτή, τη δεύτερη περίπτωση, ίσως το άτομο να βρίσκεται στα αρχικά στάδια μια ενδοψυχικής σύγκρουσης ή ενός αναδυόμενου προβλήματος· και γι’ αυτά, μπορούμε δυνητικά να αναμένουμε μία επιδείνωση. Στο σημείο αυτό, η ψυχοθεραπεία μπορεί να λειτουργήσει στον άξονα της πρόληψης, κατ’ αντιστοιχία της πρόληψης που ασκείται σε επίπεδο σωματικής υγείας. Με την κατάλληλη ψυχοθεραπευτική συνεργασία, δυνάμεθα να προλάβουμε βαρύτερες μορφές ψυχικών διαταραχών, να βελτιώσουμε τυχόν προγνώσεις και έτσι να αξιώσουμε ένα ανώτερο επίπεδο ψυχικής υγείας εν γένει.

 

Είναι ωφέλιμη, λοιπόν, η ψυχοθεραπεία; Αν και τα επιχειρήματα υπέρ της είναι πάμπολλα – σαφώς περισσότερα από αυτά που χωρούν σε ένα άρθρο – η απάντηση που δίνει ο καθένας είναι διαφορετική. Κατά τη δική μου άποψη, η επένδυση στον εαυτό και την ψυχική ευεξία είναι μια κερδοφόρα επένδυση, που δεν παύει να αποδίδει.

 

 

 

1 O όρος rapport αναφέρεται στο είδος της σχέσης που διαμορφώνεται μεταξύ αναλυτή και αναλυόμενου.

2 Η μέθοδος της ψυχανάλυσης προϋποθέτει την ικανότητα του ανθρώπου για ενδοσκόπηση και είναι απαιτητική όσον αφορά στο χρόνο και την ψυχική ανθεκτικότητα. Δεν ενδείκνυται για όλες τις περιπτώσεις, ιδίως όταν έχουμε να κάνουμε με εύθραυστη ψυχική ισορροπία ή κρίσιμες καταστάσεις.

3 Flooding είναι το όνομα της συμπεριφορικής τεχνικής, η οποία στηρίζεται στην απευθείας έκθεση του ασθενούς στο εκάστοτε απειλητικό ερέθισμα.