Εξετάζοντας την Εξάρτηση από τη Νικοτίνη ως μια «Νόσο του Εγκεφάλου»: Κοινωνικές και Ηθικές Συνέπειες»*

*το κείμενο αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση του άρθρου “Framing Nicotine Addiction as aDisease of the Brain”: Social and Ethical Consequences” των Molly J. Dingel, Katrina Karkazis και Barbara A. Koenig.

Απόδοση: Θεοδώρα Μαργαρίτα Δαμιανού, φοιτήτρια Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας

 

Το  άρθρο, που παρουσιάζεται στο κείμενο αυτό, πραγματεύεται το μεγάλο θέμα των εξαρτήσεων και πιο συγκεκριμένα , την εξάρτηση από τη νικοτίνη. Η συνοπτική του παρουσίαση έχει ως στόχο να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα το γενετικό υπόβαθρο της εξάρτησης και πως μπορεί αυτό να επηρεάσει την πρόληψη και τη θεραπεία των ατόμων που κάνουν χρήση ουσιών. Μέσα από ανοικτές συνεντεύξεις με 86 εμπειρογνώμονες από τα πεδία έρευνας της νικοτίνης, του καπνίσματος και την ανάλυση των δεδομένων των συνεντεύξεων αυτών, εξετάζεται η αναδυόμενη άποψη που παρουσιάζει την εξάρτηση ως μια «Νόσο του Εγκεφάλου».

 

Παρόλο που οι πρωταρχικές αιτίες της εξάρτησης και της έναρξης του καπνίσματος θεωρούνται οι περιβαλλοντικές συνθήκες, η ταχύτητα και η ισχύς με την οποία λαμβάνει χώρα η εξάρτηση θεωρείται ότι είναι σε μεγάλο βαθμό μια βιολογική διαδικασία. Εδώ λοιπόν, η εξάρτηση από τη νικοτίνη χρησιμοποιείται ως μελέτη περίπτωσης μέσω της οποίας θα κατανοήσουμε το πόσο εύκολο είναι να αλλάξει η αντίληψή μας σχετικά με τις εξαρτήσεις. Το συγκεκριμένο άρθρο είναι επικεντρωμένο γύρω από 4 ερωτήσεις που δημιουργήθηκαν από αναλυτές του συγκεκριμένου πεδίου έρευνας και οι οποίες θα παρουσιασθούν περιληπτικά μαζί με τις απαντήσεις τους.

 

Θα αλλάξει η γενετική έρευνα τον τρόπο που κατανοούμε την εξάρτηση;

Όταν ερωτήθηκαν για το «Τι είναι εξάρτηση;» , οι μισοί συμμετέχοντες περιέγραψαν την εξάρτηση με έναν τρόπο που την τοποθετούσε ευδιάκριτα μέσα σε μια ιατρική σφαίρα, χωρίς εκτενή αιτιολογία. Η εξάρτηση ορίστηκε με έννοιες που περιελάμβαναν την ψυχαναγκαστική χρήση και τον χαρακτηρισμό των καπνιστών ως κάποιους που: «χρειάζονται το τσιγάρο για να νιώσουν καλά», έχουν «απώλεια ελέγχου», «κακή λήψη απόφασης», «λαχτάρα», «αδυναμία ή δυσκολία να το κόψουν» κλπ. «Η εξάρτηση από τη νικοτίνη … οδηγεί επίσης σε άλλες ασθένειες, . . . όμως νομίζω ότι και αυτό το από μόνο του (η εξάρτηση) είναι μια ασθένεια».

 

Πολύ σημαντική για την κατανόηση της εξάρτησης ως μια νόσο του εγκεφάλου ήταν η άποψη ενός συνεντευξιαζόμενου που υποστήριζε ότι υπάρχει πιθανότητα εθισμού στο σώμα μας πριν ακόμα από τη χρήση ουσιών, που περιμένει να ενεργοποιηθεί ειδικά σε αυτούς με συγκεκριμένα γενετικά προφίλ. Οι περισσότεροι συμμετέχοντες πίστευαν ότι το πρωταρχικό αίτιο για την έναρξη του καπνίσματος είναι οι περιβαλλοντικοί παράγοντες (π.χ. συνομήλικοι, οικογένεια, στρες). Η ταχύτητα όμως και ο βαθμός που θα εθιστεί κανείς, καθορίζεται από τη βιολογία, αφού υποστηρίχθηκε ότι με το που ξεκινάει κάποιος το κάπνισμα, ανάβει ένας βιολογικός "διακόπτης" που διαιωνίζει αυτή τη συμπεριφορά. Ένα χαρακτηριστικό σχόλιο ήταν: «Νομίζω ότι για την έναρξη του καπνίσματος, το άγχος και η πίεση από τους συνομηλίκους είναι οι πιο σημαντικές παράμετροι. Για τη διατήρησή του όμως , αφού έχει ξεκινήσει, τότε νομίζω είναι που εμπλέκεται ο γενετικός παράγοντας».

 

Μήπως η γενετική έρευνα θα οδηγήσει σε μη ρεαλιστικές προσδοκίες για τις θεραπείες;

Οι συνεντευξιαζόμενοι εξέφρασαν την ανησυχία τους για τις πιθανές μη ρεαλιστικές προσδοκίες που μπορεί να δημιουργήσουν τα νέα φάρμακα για τη «θεραπεία» της εξάρτησης. Μία πιθανή θεραπεία είναι η βαρενικλίνη για παράδειγμα, που μιμείται την ικανότητα νικοτίνης να δεσμεύεται σε συγκεκριμένα κανάλια ιόντων στο κεντρικό νευρικό σύστημα, τα οποία και μετριάζουν τη λαχτάρα και μειώνουν την επίδραση της νικοτίνης στα άτομα που καπνίζουν , ή το εμβόλιο νικοτίνης που βρίσκεται σε κλινικές δοκιμές. Παρόλα αυτά, ακόμη και ο κατασκευαστής της βαρενικλίνης αναγνωρίζει ότι πάνω από το μισό από αυτούς που χρησιμοποιούν το φάρμακο για να σταματήσουν το κάπνισμα θα επιστρέψουν στο κάπνισμα μέσα 12 εβδομάδες, γεγονός που καταδεικνύει ότι ακόμη και υποσχόμενες θεραπείες δεν είναι «μαγικές» θεραπείες. Επιπλέον, οι παρενέργειες της βαρενικλίνης, οι οποίες ενδεχομένως περιλαμβάνουν «αλλαγές στη συμπεριφορά, εχθρότητα, διέγερση, κατάθλιψη, σκέψεις ή δράσεις αυτοκτονίας» , θέτουν ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των ελπιδοφόρων αυτών θεραπειών.

 

Πολλοί συμμετέχοντες της έρευνας επεσήμαναν την ανησυχία τους για πιθανές μη ρεαλιστικές προσδοκίες σχετικά με τη δύναμη των νέων φαρμάκων να «θεραπεύσουν» την εξάρτηση. Περίπου οι μισοί κλινικοί και ορισμένοι από τους εργαζομένους στον τομέα της πρόληψης ανησυχούν ότι οι καπνιστές θα αντιλαμβάνονταν τέτοιες νέες φαρμακευτικές θεραπείες ως τη “μαγική συνταγή” για τη καταπολέμηση του καπνίσματος, θεωρώντας ότι μπορούν να σταματήσουν το κάπνισμα οποιαδήποτε στιγμή χωρίς δυσκολία, αφήνοντάς τους έτσι με μια ψεύτικη αίσθηση ασφάλειας.«Οι άνθρωποι μπορεί να πιστεύουν ότι "Εντάξει, δεν χρειάζεται να αλλάξω τη δική μου συμπεριφορά ,γιατί υπάρχει μια μαγική λύση στο τέλος του ουράνιου τόξου "».

 

Η γενετική έρευνα θα αλλάξει τον τρόπο που οι άνθρωποι κατανοούν την απεξάρτηση και την προσωπική ευθύνη που έχουν στη διαδικασία αυτή;

Δεδομένου ότι οι προσδοκίες ενός ατόμου μπορούν να επηρεάσουν την εμπειρία του, τη φυσιολογία και τη συμπεριφορά του,η γνώση ενός γενετικού κινδύνου για τον εθισμό μπορεί να προδιαθέσει το άτομο αρνητικά σχετικά με τη διακοπή του καπνίσματος. Οι εμπειρογνώμονες, θεώρησαν ότι το να εστιάζουμε υπερβολικά σε ένα βιοϊατρικό μοντέλο της εξάρτησης μπορεί να οδηγήσει μερικούς καπνιστές στην πεποίθηση ότι είναι «καταδικασμένοι». Ένα τυπικό σχόλιο ήταν:«Ένα πράγμα που μπορεί να συμβεί είναι, όπως και στις ιστορίες παχυσαρκίας, όπου οι άνθρωποι πιστεύουν πως είναι κάτι κληρονομικό, θα λένε: "Λοιπόν, είναι γενετικό, δε μπορώ να κάνω κάτι γ’ αυτό." Ή " δεν μπορώ να το κόψω". Ή, ξέρετε," γεννήθηκα με αυτό "».

 

Οι εμπειρικές έρευνες αρχίζουν να διερευνούν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θα ανταποκρίνονται στις γενετικές πληροφορίες που θα τους δώσουμε σχετικά με τα ατομικά ρίσκα που παίρνει ο καθένας τους όσον αφορά την εξάρτηση από την νικοτίνη ή για σχετικές με το κάπνισμα ασθένειες. Ένα σταθερό εύρημα σε αυτές τις εμπειρικές μελέτες είναι ότι οι ασθενείς που έλαβαν θετικά γενετικά αποτελέσματα είναι πιθανότερο να χρησιμοποιούν φαρμακευτικά βοηθήματα, όμως λιγότερο πιθανό να θέλουν οι ίδιοι πραγματικά να σταματήσουν το κάπνισμα. Αυτό το τελευταίο εύρημα δείχνει ότι οι γενετικές δοκιμές αλλάζουν τον τρόπο σκέψης μας σχετικά με τις επιλογές θεραπείας και επειδή τα βιοϊατρικά μοντέλα επικεντρώνονται όλο και πιο πολύ στο το πώς βλέπουμε τους εαυτούς μας, οι νέες ιατρικές και γενετικές εξετάσεις και θεραπείες θα αλλάξουν αναπόφευκτα τον τρόπο που σκεφτόμαστε για τα σώματά μας και εκφράζουμε την ταυτότητά μας.

 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η γενετική προτείνει μια έννοια ασθένειας χωρίς συμπτώματα και αποκαλύπτει τα "κρυμμένα" χαρακτηριστικά που είναι βασικά για τις «διαγνωστικές και θεραπευτικές ελπίδες» μας. Η προδιάθεσή μας, λοιπόν, να γίνουμε εθισμένοι γίνεται ένα χαρακτηριστικό ανεξάρτητο από τη χρήση ουσιών. Αυτή η αντίληψη περί εθισμού μετασχηματίζει θεμελιωδώς την έννοια του εθισμού και αντί να την επικεντρώνει στη χρήση ουσιών, την αποδίδει σε κάτι που βρίσκεται κρυμμένο μέσα μας, που είναι ανιχνεύσιμο και ανεξάρτητο από την παρουσία ή την απουσία ουσιών, ή οποιουδήποτε άλλου παράγοντα στο περιβάλλον του ατόμου. Όταν ο εθισμός είναι ενσωματωμένος στο σώμα, οι γιατροί γίνονται ντετέκτιβ που προσπαθούν να καταλάβουν την "αλήθεια" του εθισμού.

 

Στίγμα, Ψυχική Βλάβη, και Ηθική: Η βιολογική κατανόηση του καπνίσματος θα αυξήσει ή θα μειώσει το στιγματισμό;

Οι απόψεις των ενδιαφερομένων διαφοροποιούνταν για το αν η φαρμακευτική αντιμετώπιση του εθισμού θα μειώσει ή θα αυξήσει το στίγμα που συνδέεται με τη χρήση ουσιών. Περίπου το ένα τρίτο των επιστημόνων, πιστεύουν ότι η γενετική ερμηνεία της εξάρτησης από τη νικοτίνη θα αυξήσει το στίγμα. Παρόλα αυτά, κάποιοι συμμετέχοντες αναγνώρισαν τα πιθανά οφέλη του στιγματισμού. Η στιγματοποίηση πέρα από το γεγονός ότι πιέζει το άτομο, μπορεί ταυτόχρονα να λειτουργήσει ως μια αποτελεσματική και ευεργετική διαδικασία για την αλλαγή κοινωνικών κανόνων όταν η στιγματισμένη συμπεριφορά είναι σαφώς μη παραδεκτή ή θέτει σημαντικά ρίσκα για τη δημόσια υγεία.«Υποθέτω πως αυτό μοιάζει λίγο με ανέκδοτο, όμως πάρα πολλοί άνθρωποι κλείνουν ραντεβού και θέλουν να κόψουν το κάπνισμα επειδή οι φίλοι τους το απεχθάνονται. Ξέρετε, πιστεύω ότι υπό αυτήν την έννοια το στίγμα μπορεί να αξιοποιηθεί για καλό».

 

Παρά τις προειδοποιήσεις ορισμένων ηθικολόγων για το αυξημένο στίγμα που μπορεί να προκαλέσει ψυχική βλάβη, οι συνεντεύξεις μας δείχνουν ότι διαφορετικές ομάδες ενδιαφέροντος θα χρησιμοποιήσουν αυτή τη γνώση για το δικό τους όφελος. Ως εκ τούτου, μια γενετική αιτιολογία πιθανότατα θα ενισχύσει ή θα μειώσει το στίγμα που σχετίζεται με το κάπνισμα ανάλογα με το πλαίσιο και τα κίνητρα των εμπλεκόμενων φορέων.

 

Με τις γρήγορες αλλαγές τόσο στη γενετική όσο και στην τεχνολογία τροφοδοτείται η έρευνα στη βιολογία της χρήσης ουσιών, ο εθισμός στα ναρκωτικά γίνεται ολοένα και περισσότερο κατανοητός και απεικονίζεται ως ασθένεια του εγκεφάλου. Η βιοϊατρικοποίηση του εθισμού έχει θετικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας για νέες θεραπείες, την καλύτερη κατανόηση των επιδράσεων των ναρκωτικών στον εγκέφαλο και την αυξημένη προθυμία των ιατρών και των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης να εξασφαλίσουν ότι οι καπνιστές έχουν επαρκή ιατρική βοήθεια για να εγκαταλείψουν. Ωστόσο, τα ηθικά ζητήματα και οι κοινωνικές ανησυχίες που προκαλεί αυτή η εννοιολογική μετατόπιση είναι πολυάριθμες.

 

Δείτε ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά και την βιβλιογραφία του εδώ.