Η Μοναξιά και Το Κάπνισμα: Το κόστος της επιθυμίας για επανασύνδεση

*το κείμενο αποτελεί μια συνοπτική παρουσίαση του άρθρου “Loneliness and smoking: The costs of the desire to reconnect ”  των C. Nathan DeWall and Richard S. Pond Jr.

Απόδοση: Θεοδώρα Μαργαρίτα Δαμιανού, φοιτήτρια Φιλοσοφίας Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας

 

Όλοι οι άνθρωποι έχουν μια εγγενή επιθυμία να ανήκουν σε ένα κοινωνικό σύνολο και να αναπτύσσουν θετικές και διαρκείς σχέσεις με τους συνανθρώπους τους.  Η ανάγκη του ανήκειν είναι στενά συνδεδεμένη με πολλές διαδικασίες που σχετίζονται με τον εαυτό, τη ρύθμιση της ταυτότητας και την υγεία του ίδιου του ατόμου. Όταν η ανάγκη αυτή δεν ικανοποιείται και το άτομο περιθωριοποιείται, τα αισθήματα του κοινωνικού αποκλεισμού που νιώθει μπορεί να έχουν καταστροφικές συνέπειες στην ψυχική και σωματική του υγεία.

 

Η έλλειψη της κοινωνικής επαφής είναι λογικό να αυξάνει την επιθυμία για κοινωνική αποδοχή. Οι μοναχικοί και αποκλεισμένοι άνθρωποι έχουν υψηλό κίνητρο να επανασυνδεθούν με άτομα του περιβάλλοντός τους, προκειμένου να νιώσουν αυτή την αίσθηση της εγγύτητας, να ανακτήσουν, δηλαδή, την αίσθηση ότι ανήκουν. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός επηρεάζει τις γνωστικές και συμπεριφορικές ανταποκρίσεις του ατόμου με απώτερο στόχο την αποκατάσταση της αίσθησης του ανήκειν. Αυτό που είναι λιγότερο σαφές, ωστόσο, επειδή δεν υπάρχουν αρκετές έρευνες που έχουν εξετάσει το επίπεδο που ο κοινωνικός αποκλεισμός σχετίζεται με το κάπνισμα, είναι αν αυτή η επιθυμία για κοινωνική επανασύνδεση μπορεί να ωθήσει τους αποκλεισμένους και μοναχικούς ανθρώπους να ξεκινήσουν το κάπνισμα, ειδικά όταν αυτό συνδέεται με την προοπτική της αποδοχής.

 

Κάπνισμα και κοινωνικός αποκλεισμός:

Το κάπνισμα προκαλεί σοβαρούς κινδύνους για την υγεία και είναι το κορυφαίο αίτιο θνησιμότητας στις ΗΠΑ καθώς συνδέεται με περίπου 435.000 θανάτους ετησίως. Παρά τις εκτεταμένες εκστρατείες για τη μείωση του καπνίσματος, συνεχίζει να είναι ένα ανεξέλεγκτο φαινόμενο.

 

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις λόγοι για τους οποίους τα αισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού πρέπει να σχετίζονται με υψηλότερα επίπεδα καπνίσματος. Οι άνθρωποι, αρχικά, που αισθάνονται απομονωμένοι είναι λιγότερο πιθανόν να ξεπεράσουν τις παρορμήσεις τους και να μεταβούν σε συμπεριφορές που θα βελτιώσουν τον τρόπο ζωής και την υγεία τους. Ο κοινωνικός αποκλεισμός,  για παράδειγμα, προκαλεί τους ανθρώπους να καταναλώνουν περισσότερα λιπαρά τρόφιμα και χαμηλότερες ποσότητες υγιεινού φαγητού σε σύγκριση με τους μη απορριφθέντες. Ο κοινωνικός αποκλεισμός, έπειτα, μπορεί να σχετίζεται με την αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και τη λήψη παράλογων αποφάσεων. Οι άνθρωποι αυτοί, τέλος, βρίσκονται σε μεγαλύτερο κίνδυνο, αφού είναι περισσότερο επιρρεπείς στο να υιοθετούν και να μιμούνται αμφισβητούμενες συμπεριφορές, που θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές από κάποιον περιθωριοποιημένο περίγυρό τους, προκειμένου να νιώσουν αποδοχή.

 

Λίγες, σχετικά, έρευνες έχουν εξετάσει τη δυνητική σχέση ανάμεσα στα συναισθήματα του κοινωνικού αποκλεισμού και της συμπεριφοράς του καπνίσματος, με την έρευνα που διεξάγεται μέχρι τώρα να έχει αποδώσει κάπως μικτά ευρήματα. Οι Lauder, Mummery, Caperchione και Jones (2006) ανέφεραν ότι οι μοναχικοί άνθρωποι ήταν πιο πιθανό να γίνουν καπνιστές σε σύγκριση με τους μη μοναχικούς ανθρώπους. Άλλες έρευνες από την άλλη, έχουν δείξει ότι η μοναξιά δεν αποτελεί παράγοντα κινδύνου για το κάπνισμα. Ως εκ τούτου, είναι κάπως ασαφές εάν τα συναισθήματα μοναξιάς και κοινωνικού αποκλεισμού σχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος.

 

Στη συγκεκριμένη έρευνα έγινε χρήση τριών μεγάλων αντιπροσωπευτικών, σε εθνικό επίπεδο, δειγμάτων ενηλίκων και νεαρών εφήβων. Μέσα από την ανάλυση των δεδομένων προσδιορίστηκε εάν τα αισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού σχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος, η αξιοπιστία του προσδιορισμού μιας τέτοιας σχέσης, η δύναμη σύνδεσης των δυο σχετιζομένων και το αν διατηρείται η σχέση αυτή μεταξύ ανθρώπων που ζουν σε περιβάλλοντα όπου το κάπνισμα θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό.

 

Η πρώτη μελέτη διερεύνησε τη σχέση μεταξύ του τσιγάρου και της απόρριψης στη παιδική ηλικία. Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε δύο θέματα σχετικά με το ιστορικό τους στο κάπνισμα, ανέφεραν την ηλικία κατά την οποία άρχισαν να καπνίζουν τακτικά τσιγάρα (δηλ. καθημερινά για ένα μήνα ή περισσότερο) και έπειτα πόσα τσιγάρα κάπνιζαν καθημερινά κατά τη διάρκεια της περιόδου που κάπνιζαν περισσότερο. Με τις αναλύσεις παλινδρόμησης που διεξήχθησαν (WLS), η πρώτη πρόβλεψη των ερευνητών ήταν ότι η απόρριψη στην παιδική ηλικία θα συνδεόταν με την πρώιμη έναρξη του καπνίσματος. Μέσα από τη μελέτη βγήκε το συμπέρασμα ότι, όπως αναμενόταν, οι ερωτηθέντες  που εμφάνισαν υψηλότερα επίπεδα απόρριψης στην παιδική τους ηλικία άρχισαν το κάπνισμα σε μικρότερη ηλικία και τείνουν να καπνίζουν περισσότερα τσιγάρα καθημερινά.

 

Στη δεύτερη μελέτη επιδιώχθηκε να εξεταστούν καλύτερα τα προηγούμενα ευρήματα. Για να ερευνηθούν τα γεγονότα σε ένα πιο σαφές επίπεδο, από τα δεδομένα που βασίστηκαν στις μνήμες και αναμνήσεις των συμμετεχόντων στη Μελέτη 1, οι συμμετέχοντες ανέφεραν το επίπεδο μοναξιάς που νιώθουν καθημερινά λόγω του κοινωνικού αποκλεισμού που έχουν υποστεί και την παρούσα σχέση τους με το κάπνισμα.  Όσον αφορά τα αποτελέσματα της 2ης μελέτης, η κύρια πρόβλεψη ήταν ότι η μοναξιά θα αφορούσε την αυξημένη χρήση τσιγάρου και όπως προβλεπόταν, μέσα από τις απαντήσεις των συμμετεχόντων και τη στατιστική μελέτη τους, αποδείχθηκε ότι η κοινωνική απομόνωση συνδέεται θετικά με το κάπνισμα.

 

Στην τρίτη μελέτη εξετάστηκε αν η σχέση μεταξύ των αισθημάτων μοναξιάς και του καπνίσματος θα ήταν υψηλότερη μεταξύ των ανθρώπων που ζούσαν σε μια συγκεκριμένη περιοχή των Ηνωμένων Πολιτειών όπου το κάπνισμα θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό. Αφότου οι συμμετέχοντες απάντησαν σε κάποιες ερωτήσεις, οι ερευνητές κατέληξαν ότι  οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν περισσότερες πιθανότητες να καπνίσουν όταν ζουν σε μια περιοχή όπου το κάπνισμα είναι κανονιστική αρχή, καθώς χρησιμοποιείται συχνότερα ως τρόπος σύνδεσης με άλλους και ως εκ τούτου ως ένα πιθανό μέσο για την εξασφάλιση της αποδοχής.

 

Περιορισμοί και Μελλοντικές Κατευθύνσεις:

Αν και οι μελέτες που παρουσιάστηκαν έδειξαν ότι τα συναισθήματα κοινωνικού αποκλεισμού  σχετίζονται με υψηλότερα ποσοστά καπνίσματος, υπάρχουν αρκετοί περιορισμοί. Ένας από τους βασικότερους περιορισμούς είναι ότι τα τρέχοντα ευρήματα δεν δείχνουν εάν το κάπνισμα στην πραγματικότητα παρέχει στους μοναχικούς ανθρώπους ένα αποτελεσματικό μέσο για να εξασφαλίσουν την κοινωνική επαφή. Οι μοναχικοί άνθρωποι μπορεί να καπνίζουν για να συνάψουν σχέσεις, ειδικά σε περιστάσεις όπου το κάπνισμα θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό, χωρίς να εξασφαλίζεται ότι θα γίνει κάποιος κοινωνικά αποδεκτός, αφού αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και δεν μπορεί να έχει εγγυημένα αποτελέσματα. Οι μοναχικοί άνθρωποι, τέλος, μπορεί να συνεχίσουν να καπνίζουν ακόμα και αν δεν επέλθει η πολυπόθητη αποδοχή, επειδή συνεχίζουν να πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο θα τους επιτρέψει να έρθουν πιο κοντά  με τους άλλους ανθρώπους. Η μελλοντική έρευνα θα πρέπει να εξετάσει εάν το κάπνισμα επιτρέπει στους απομονωμένους  ανθρώπους να αποκτήσουν την κοινωνική αποδοχή και με ποιόν τρόπο η αποδοχή αυτή (ή μη αποδοχή) μπορεί να επηρεάσει τη στάση τους απέναντι στο κάπνισμα.

 

Δείτε ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά και την βιβλιογραφία του εδώ.